Τα νέα αναλυτικά προγράμματα σπουδών της Χημείας παρακολουθούν την εξέλιξη
των αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών των Φυσικών Επιστημών (ΦΕ) την τελευταία
τριακονταετία, παρότι η κυβέρνηση προσπαθεί να τα παρουσιάσει ως καινοτόμα.
Από τις αρχές της δεκαετίας του '60 στις πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές
χώρες μαζικοποιείται η Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, ως ανάγκη ο νέος εργαζόμενος
να εντάσσεται στην παραγωγή σε μεγαλύτερη ηλικία, λόγω της μεγαλύτερης
εξειδίκευσης στην εργασία. Η ενσωμάτωση των επιτευγμάτων της επιστήμης στην
παραγωγή απαιτεί αυξημένες ικανότητες, ακόμα και γι' αυτόν που παίζει απλώς
εκτελεστικό ρόλο σε αυτήν. Η αλλαγή του ρόλου του αποφοίτου στην παραγωγή
καθορίζει τόσο τη δομή όσο και το περιεχόμενο της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης.
Σε αυτήν την κατεύθυνση αναπτύσσεται προβληματισμός για την προσαρμογή των
αναλυτικών προγραμμάτων σπουδών, ειδικά των ΦΕ, για το κομμάτι εκείνο
των αποφοίτων που δεν θα σπουδάσουν αντικείμενα σχετικά με τις ΦΕ και θα
ενταχθούν στην παραγωγή με έναν απλό εκτελεστικό ρόλο.
Στα πρώτα χρόνια της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης οι ΦΕ διδάσκονται σε ένα
πιο επιφανειακό επίπεδο, δεν στέκονται στην κατανόηση σε βάθος των νόμων και
των εννοιών, εμπλουτίζονται με θέματα περιβαλλοντικής και κοινωνικής
ευαισθητοποίησης.
Αρχίζουν λοιπόν, από τη δεκαετία του '60, να εμφανίζονται προγράμματα στη
διδασκαλία των ΦΕ προσαρμοσμένα στη μαζικοποίηση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης
και στις παραγωγικές και κοινωνικές ανάγκες των αποφοίτων. Χαρακτηριστικό το
Nuffield Project στην Αγγλία, όπου ο μαθητής αντιμετωπίζεται σαν «μικρός
επιστήμονας» που ανακαλύπτει τις δικές του αλήθειες, ή τα προγράμματα STS
(Science - Technology - Society) σε Αγγλία και Καναδά, με στόχο την ανάπτυξη δεξιοτήτων
των μαθητών ώστε να προσεγγίζουν κοινωνικά φαινόμενα που έχουν σχέση με τις ΦΕ.
Η διαδικασία αυτή ολοκληρώνεται στα τέλη του 20ού αιώνα στις περισσότερες χώρες
της ΕΕ. Στην Αγγλία, ειδικότερα, σχεδιάζεται πειραματικά για τους μαθητές ένα
αναλυτικό πρόγραμμα (Key Stage 4)1 το οποίο απευθύνεται σε
μαθητές που δεν πρόκειται να σπουδάσουν ΦΕ.
Ιστορικά είναι πολύ σημαντική εξέλιξη ο διαχωρισμός των μαθητών σε αυτούς που πρόκειται να σπουδάσουν ΦΕ (ή κάποιον
άλλο σχετικό κλάδο) και στους υπόλοιπους, και η προσαρμογή των αναλυτικών
προγραμμάτων με βάση αυτό. Αυτή η εξέλιξη καθορίζει τα αναλυτικά προγράμματα
και στις μέρες μας, μέχρι το επίπεδο εκείνο όπου σταματούν οι εγκύκλιες γνώσεις
(GCSE στην Αγγλία, CAP στη Γαλλία, Β' Λυκείου στην Ελλάδα).
Αντίθετα, τα προπαρασκευαστικά προγράμματα, που λειτουργούν στο πλαίσιο της
Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και οδηγούν τους απόφοιτους στα πανεπιστήμια (A
level Αγγλία, Abitur Γερμανία, IB Διεθνές), είναι σε τελείως διαφορετική
κατεύθυνση. Εκεί ο μαθητής μελετά σε βάθος την ουσία των φαινομένων, κατανοεί
τους νόμους και τις έννοιες, εξασκείται στην εφαρμογή τους, δίνεται βάρος στην
ατομική μελέτη. Τα προγράμματα αυτά είναι διετή, ο μαθητής διδάσκεται
αποκλειστικά τα μαθήματα που έχει επιλέξει, 5 έως 9 ώρες τη βδομάδα, ανάλογα με
το σχολείο. Ο μαθητής αξιολογείται στο κατά πόσο αφομοίωσε την επιστημονική
γνώση, δεν βγάζει τα δικά του συμπεράσματα μέσα από ευχάριστες δραστηριότητες
στην τάξη, όπως συμβαίνει στο προηγούμενο στάδιο. Αυτή η διαδικασία είναι
αναγκαστική, αφού ο μαθητής πρέπει να προετοιμαστεί κατάλληλα για να
παρακολουθήσει μετά από ένα ή δύο χρόνια ένα απαιτητικό πρόγραμμα σπουδών στο
πανεπιστήμιο.
Το παράδειγμα
της Χημείας
Τα τελευταία χρόνια γίνεται από το υπουργείο Παιδείας προσπάθεια
προσαρμογής των ελληνικών αναλυτικών προγραμμάτων στα αντίστοιχα ευρωπαϊκά,
κυρίως της Αγγλίας. Υποβαθμίζεται διαρκώς το περιεχόμενο του μαθήματος, κυρίως
στην Α' και Β' Λυκείου, τμήματα ύλης μεταφέρονται στην Γ' Λυκείου ή δεν
διδάσκονται καθόλου, με στόχο να αντιστοιχηθεί η ύλη της Χημείας Γενικής
Παιδείας στο Λύκειο με τα Key Stages 3 και 4 του GCSE. Αντίθετα, η Γ' Λυκείου
αναβαθμίζεται, με στόχο να αντιστοιχηθεί με το A Level.
Υπάρχουν πολλά παραδείγματα που αποδεικνύουν αυτήν την τάση, με πιο
χαρακτηριστικό αυτό της Οργανικής Χημείας στη Β' Λυκείου, τελευταία τάξη
Γενικής Παιδείας. Μόλις 4 υποενότητες του σχολικού βιβλίου της Β' Λυκείου
στην Ελλάδα που έχουν μείνει εντός της διδακτέας ύλης, μετά τις αλλαγές των
τελευταίων ετών, διδάσκονται στο επίπεδο του A Level στην Αγγλία (Καυσαέρια
- καταλύτες αυτοκινήτων, Ατμοσφαιρική ρύπανση - Φαινόμενο θερμοκηπίου - Τρύπα
όζοντος, Αλκοόλες - ταξινόμηση, Λίπη και έλαια). Κατά τ' άλλα, η διδακτέα
ύλη της Β' Λυκείου Γενικής παιδείας είναι ταυτόσημη με αυτήν του GCSE.
Αποδεικτικό στοιχείο αυτής της τάσης είναι η οδηγία για τη διαχείριση της
ύλης από το ελληνικό υπουργείο Παιδείας για τη σχολική χρονιά 2016 - 2017,
οδηγία που παραμένει, παρά τις αντιδράσεις από τη μεγάλη πλειοψηφία του κλάδου.
Με βάση αυτήν αφαιρέθηκαν από τη διδακτέα ύλη του πρώτου κεφαλαίου οι γενικοί
κανόνες ταξινόμησης των οργανικών ενώσεων, οι ομόλογες σειρές, οι γενικοί
κανόνες ονοματολογίας κατά IUPAC και η συντακτική ισομέρεια. Η αιτιολόγηση ήταν
ότι οι μαθητές θα μάθουν ονοματολογία και ισομέρεια σε κάθε ενότητα ξεχωριστά
(αλκάνια, αλκένια, αλκίνια, αλκοόλες, οξέα) και μέχρι τέσσερα άτομα άνθρακα. Η
οδηγία αυτή έρχεται σε σύγκρουση με τη γενική αρχή της διδακτικής των ΦΕ, αλλά
και το ίδιο το βιβλίο, που λέει: «Είναι φανερό ότι η ταξινόμηση των οργανικών
ενώσεων είναι απαραίτητη ώστε να διευκολυνθεί η μελέτη του μεγάλου αυτού
πλήθους των ενώσεων». Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η οδηγία είναι ταυτόσημη με
την ύλη του GCSE, όπου σημειώνεται ότι «οι μαθητές δεν χρειάζεται να ξέρουν
τα ονόματα κάθε αλκανίου εκτός από το μεθάνιο, το αιθάνιο, το προπάνιο και το
βουτάνιο».
Το νέο αναλυτικό πρόγραμμα είναι ακριβώς στην ίδια κατεύθυνση. Οι γενικές
αρχές, όπως παρουσιάστηκαν στις 11/11/2021 από τους εισηγητές των ΑΠΣ σε
ημερίδα της Ενωσης Ελλήνων Χημικών, είναι μεγάλο εύρος, μικρή εμβάθυνση,
διερευνητική προσέγγιση σε διδακτικό χρόνο όμως που αντικειμενικά θα οδηγήσει
σε υποκειμενικά συμπεράσματα, στροφή στα μαθησιακά αποτελέσματα και παιγνιώδης
τρόπος διδασκαλίας των ΦΕ μέχρι και τη Β' Λυκείου.